18/07/2026

Επιζωοτίες και η βίαιη στροφή της ελληνικής κτηνοτροφίας

επιζΣτις 20 Αυγούστου 2026 θα κλείσουν δύο χρόνια όπου η Ευλογιά των προβάτων κυκλοφορεί  στη χώρα αναξέλεγκτα,  σπέρνοντας την καταστροφή και τη δυστυχία όχι μόνο στους κτηνοτρόφους που την συνάντησαν, αλλά κατακρημνίζοντας οικονομικά και κοινωνικά ολόκληρες περιοχές της ελληνικής υπαίθρου. Κοντά μισό εκατομμύρια ζώα θανατωμένα και σχεδόν 2.700 κτηνοτρόφοι σε απόγνωση ενώ, η διετή κυκλοφορία του ιού, κάνει εξαιρετικά αμφίβολη την επιστροφή σε καθεστώς «ελεύθερο από Ευλογιά» που απαιτεί η ευρωπαϊκή νομοθεσία.

Λίγο πριν την εμφάνιση της Ευλογιάς,  στις 11 Ιούλη 2024, η Πανώλη των μικρών μηρυκαστικών, μας προετοίμασε για το είδος της καταστροφής που προκαλούν αυτού του τύπου νοσήματα, με περίπου  άλλα 40.000 ζώα θανατωμένα. Οι  διαλυμένες και υποστελεχωμένες κτηνιατρικές υπηρεσίες από τον μνημονιακό οδοστρωτήρα, χάρη στις υπεράνθρωπες προσπάθειες του κρατικού κτηνιατρικού προσωπικού, μπόρεσαν να ελέγξουν την νόσο, επικουρούμενες από την ειδική συμπεριφορά  του νοσογόνου παράγοντα. Στην Ευλογιά δεν υπήρχαν αυτές οι αντοχές.  

Τον Μάρτη του τρέχοντος έτους ο Αφθώδης Πυρετός, αποδεκάτισε την κτηνοτροφία  και την οικονομία της Λέσβου, αφήνοντας σε απόγνωση κτηνοτρόφους και μεταποιητές, με τις θανατώσεις να φτάνουν στα 57.000 ζώα μέχρι σήμερα. Πέραν αυτού, εδώ έχουμε και την απώλεια πολύτιμου, αυτόχθονου  γενετικού υλικού, πάντα υπό την επίβλεψη του κρατικού μηχανισμού.  

Λίγο πριν την επέλαση των ζωονόσων, τον Σεπτέμβρη του 2023 είχαμε  την καταστροφή του θεσσαλικού κάμπου από τον Daniel  που σκότωσε 37.000 αιγοπρόβατα, μεταξύ των πολλών άλλων χιλιάδων άλλων ζώων που πνίγηκαν. Ανύπαρκτες οι ανασυστάσεις των χαμένων κτηνοτροφικών μονάδων και απαγορευμένες μετά την Ευλογιά μέχρι και σήμερα. 

Αυτές τις τεράστιες καταστροφές, η πολιτική ηγεσία του τόπου τις αποδίδει  στα  φυσικά φαινόμενα και εναποθέτει  τόσο την ευθηνή όσο και τη λύση, κύρια στην «ατομική ευθύνη». Αυτό αποτελεί μόνιμο κυβερνητικό μοτίβο και το βασικό ιδεολογικό σχήμα σέ κάθε είδους κρίσης. Επιχείρημα που αναπαράγεται σε όλες τις βαθμίδες της κρατικής ιεραρχίας, όπως αποδείχθηκε και με τις πρόσφατες δηλώσεις του Περιφερειάρχη Ηπείρου στα νέα κρούσματα στο Νομό Πρεβέζης, οι οποίες φυσικά και καταδικάστηκαν από την  Ομοσπονδίας Αγροτικών Συλλόγων του Νομού. Αυτοί που δεν θέλουν να εφαρμόσουν αυτά που αποφασίζουν, κατηγορούν τους κτηνοτρόφους ότι « δεν τηρούν τα μέτρα». Οι αδικημένοι μετατρέπονται σε διωκούμενους και καταχραστές. 

Αυτό που συστηματικά επιδιώκεται, είναι να συσκοτιστεί το γεγονός της απουσίας ενός στρατηγικού σχεδιασμού για το μέλλον της κτηνοτροφικής παραγωγής  και η απροθυμίας της κυβέρνησης, για ουσιαστική στήριξη στον στρατηγικό  παραγωγικό κλάδο της αιγοπροβατοτροφίας, στυλοβάτη μεγάλου μέρους της ελληνική ύπαιθρης οικονομίας.  

«Η σύγχρονη Domus Aurea χτίζεται με επιτελικά αφηγήματα, πρωτόκολλα και διοικητικάμέτρα. Κάθε κρίση δείχνει ότι οι κυβερνώντες ενδιαφέρονται περισσότερο για την εικόνα της«διαχείρισης» παρά για το πώς θα λυθούν πραγματικά τα προβλήματα.» αναφέρει σε άρθρο του ο καθηγητής Γιώργος Αρσένος, διευθυντής του Εργαστηρίου Ζωοτεχνίας της Κτηνιατρικής τουΑΠΘ. Συμπληρώνει δε ότι « Οι πρόσφατες θεομηνίες και επιζωοτίες που έπληξαν και συνεχίζουννα πλήττουν την κτηνοτροφία έγιναν καθρέφτης μιας εξουσίας που δίνει μεγαλύτερο βάρος στηνεπικοινωνιακή εικόνα ενός «επιτελικού κράτους» που είναι «παρών» με συνεχείς ανακοινώσεις και παρεμβάσεις.» 1

Αν η ζοφερή αυτή πραγματικότητα βιώνεται με τραγικό τρόπο σήμερα από τον κτηνοτροφικό κόσμο, που σίγουρα αντανακλάται όχι μόνο στις κοινωνικές αντοχές της ύπαιθρης χώρας αλλά και στο  σύνολο της αγροτοδιατροφικής αλυσίδας,  δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει ότι αυτή η πραγματικότητα, αποτελεί τη συνέχεια μιας  χρόνιας αντιμετώπισης της κτηνοτροφίας σαν «αποπαίδι» της αγροτικής παραγωγής. Είναι χρονίζουσες  πολιτικές που κρατάνε την αγροτική οικονομία της χώρας σε μια τριτοκοσμική σχέση κτηνοτροφίας / γεωργίας στο 30/70 - χωρίς να πλησιάζουμε καν τον ευρωπαϊκό μέσο όρο 45/55 - μετά σαράντα πέντε χρόνων  πλουσιοπάροχων Ευρωπαϊκών ενισχύσεων. Τα σημερινά δραματικά γεγονότα πρέπει να ιδωθούν σαν την κορύφωση μιας σοβούσας κρίσης χρόνων στον κτηνοτροφικό τομέα που οξύνεται και αποκαλύπτεται  κάτω από την άκρως επιταχυνόμενη τροποποίηση του παραγωγικού μοντέλου της χώρας.  

Έτσι λοιπόν  αβίαστα προβάλει το ερώτημα: Η σημερινή κρίση της κτηνοτροφικής παραγωγής της χώρας, στον μοναδικό μη συγκεντρωποιημένο κλάδο της, την αιγοπροβατοτροφία, αποτελεί ένα προσωρινό επιφανειακό επεισόδιο στην ιστορική εξέλιξή της, ή   αυτός ο κτηνοτροφικός κλάδος κάνει μια απότομη στροφή στην ιστορία του και  εγκαταλείπει οριστικά το δρόμο που είχε ακολουθήσει μέχρι σήμερα; Ποιες οι περιβαλλοντικές, οι  κοινωνικές και διατροφικές συνέπειες μιας τέτοιας αλλαγής;

Για τους κτηνίατρους που υπηρετούν στον κλάδο, είναι ξεκάθαρο πως ο μικρός ρυθμός συγκεντροποίησης της αιγοπροβατοτροφικής παραγωγής των προηγούμενων χρόνων,  επιταχύνεται αστρονομικά με καταλύτη τους νοσογόνους παράγοντες, οι οποίοι τελικά, δεν είναι αυτοί που προκαλούν την καταστροφή, αλλά τα νεοφιλελεύθερα δόγματα που υπηρετούν οι κυβερνητικές επιλογές. Αν τα προηγούμενα χρόνια μια περήφανη επαγγελματική τάξη υποχρεωνόταν σταδιακά χρόνο με το χρόνο να εγκαταλείπει την εκτατική / ημιεκτατική παραδοσιακή μορφή συγκρότησης, τώρα εσπευσμένα  πρέπει να κινηθεί σ΄ ένα μοντέλο εντατικής - βιομηχανοποιημένης κτηνοτροφίας με αμφίβολα αποτελέσματα. Το τελευταίο «οχυρό» πρέπει να πέσει. 

Μέσα σ΄ αυτή τη διαδικασία το περιβαλλοντικό, κοινωνικό και διατροφικό αποτύπωμα θα είναι βαρύ στο σύνολο της ελληνικής κοινωνίας και όπως πάντα φυσικά, θα πληρωθεί με τον ένα ή άλλον τρόπο από τον εργαζόμενο λαό. Πρώτο θύμα φυσικά ο κτηνοτροφικός κόσμος και η ελληνική ύπαιθρος που είδη αποψιλώνεται από κάθε παραγωγική δραστηριότητα. Νομοτελειακά αυτός ο κτηνοτροφικός κόσμος είναι που πρέπει να βάλει φρένο σ΄ αυτή τη διαδικασία. Ο αδέσμευτος δημοκρατικός κτηνιατρικός κόσμος είναι στο πλευρό του, δείχνοντας τις πολλαπλές διεξόδους που υπάρχουν σ΄ αυτό τον θαυμαστό ελληνικό  φυσικό τοπίο. Έναν τόπο  που τον λυμαίνονται ντόπια και ξένα συμφέροντα, γεμίζοντάς τον με ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, αναγορεύοντάς  τα σε «εθνική ανάγκη» αλλά όχι όμως σαν τέτοια  και την παραγωγή ποιοτικού τροφίμου.

Χόβολος Θεόδωρος
Κτηνίατρος

16/7/2026 

επιστροφή